αναγνώστης

Ο όρος, εκτός από την καθιερωμένη του έννοια (αυτός που διαβάζει γενικά ένα γραπτό κείμενο), αναφέρεται ειδικότερα σε μια κατηγορία εργαζομένων στον χώρο του βιβλίου, που έχουν την ευθύνη να διαβάσουν ένα έργο που προτείνεται προς έκδοση και να κρίνουν αν ποιοτικά αξίζει να εκδοθεί. Ευνόητο είναι ότι ο κατ’ επάγγελμα α. οφείλει να έχει ισχυρό μορφωτικό εξοπλισμό, αντικειμενικότητα και –επιπροσθέτως– γνώση της αγοράς του βιβλίου. Το συγκεκριμένο επάγγελμα είναι συνηθέστατο σε προηγμένες χώρες.
* * *
ο (Α ἀναγνώστης) (Ν θηλ -τρια)
1. αυτός που διαβάζει κάτι
2. αυτός που έχει ως έργο του την ανάγνωση βιβλίων μεγαλοφώνως σε ακροατήριο (πρβλ. λέκτωρ)
νεοελλ.
αυτός που επιδίδεται στην ανάγνωση βιβλίων, ο βιβλιόφιλος
αρχ.
δούλος ασκημένος στην ανάγνωση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀναγιγνώσκω.
ΠΑΡ. αναγνωστήριο
νεοελλ.
αναγνωστεύω].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αναγνώστης — ο чтец – служитель низшего клира Церкви, в обязанности которого входит чтение молитв и Священного Писания (Апостол, паремии) во время богослужения …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἀναγνώστης — reader masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναγνώστης — ο θηλ. στρια 1. αυτός που διαβάζει: Μερικοί αναγνώστες εφημερίδων κάνουν υποδείξεις για την ύλη που θα ήθελαν να δημοσιεύεται. 2. αυτός που διαβάζει για να ακούν άλλοι: Χρόνια τώρα κάθε βράδυ γινόταν αναγνώστης για χάρη του παππού και της γιαγιάς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναγνώστης — [анагностис] ουσ. а. читатель …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Αναγνώστης, Γεώργιος — (18oς αι.). Αγιογράφος από τα Φουρνά της Αιτωλοακαρνανίας. Μαζί με τον Γεώργιο Γεωργίου αγιογράφησαν πολλές εκκλησίες στην Πίνδο, καθώς και τον ναό του χωριού Μόρεσι στα Άγραφα …   Dictionary of Greek

  • Αναγνώστης, Κωνσταντίνος — (12ος αι.).Ποιητής από την Κύπρο. Ήταν ένας από τους πρώτους λογίους του Βυζαντίου που έγραψαν στη δημοτική γλώσσατης εποχής τους …   Dictionary of Greek

  • Αλικαμπιώτης, Αναγνώστης — Αγωνιστής των κρητικών απελευθερωτικών αγώνων. Ήταν από τις σημαντικότερες μορφές στην Επανάσταση του 1866. Έδρασε στην περιοχή του Αποκορώνου. Μετά τον θάνατό του ενέπνευσε τη λαϊκή μούσα, τόσο για τα ηρωικά κατορθώματά του, όσο και για τον… …   Dictionary of Greek

  • Αυγουλέας, Αναγνώστης — Αγωνιστής του 1821, οπλαρχηγός. Καταγόταν από το Οίτυλο της Μάνης. Υπηρέτησε από την αρχή έως το τέλος τον Αγώνα. Τον Αύγουστο του 1824 πήρε τον βαθμό του υποχιλίαρχου. Μετά την Επανάσταση ήρθε σε ρήξη με τους Βαυαρούς …   Dictionary of Greek

  • Γιαγτζής, Νικόλαος Αναγνώστης — (Σάλωνα 1796 – Ερμούπολη 1875). Φιλικός και αγωνιστής του 1821. Πρόκριτος της επαρχίας Σαλώνων, πολέμησε στα Σάλωνα, στην Αλαμάνα, στην Άμπλιανη κ.α. υπό τις διαταγές του Δ. Πανουργιά. Είχε αναλάβει σημαντικές αποστολές του στρατοπέδου Ανατ.… …   Dictionary of Greek

  • Εγκολφόπουλος ή Γκολφόπουλος, Αναγνώστης — Αγωνιστής του 1821. Καταγόταν από τη Μενδενίτσα της Λοκρίδας και πολέμησε στο σώμα του Δυοβουνιώτη. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Αθανάσιο Ζαφείρη και προσέφερε τις υπηρεσίες του αφιλοκερδώς. Διέθεσε μάλιστα όλη την περιουσία του για τις… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.